By Carina
Τόπος: Λ. Συγγρού
Ώρα: 07:02
Συμβάν: Σταματάμε με το αυτοκίνητο στην τράπεζα για ανάληψη. (Πληρωθήκαμε βλέπεις χτες, θες να τα φάμε μαζί;;;) Μένω μέσα εγώ (ισχνές αγελάδες γαρ), στη θέση του συνοδηγού να χαζεύω τη σκοτεινή Συγγρού και τη λάμψη των αστεριών φρένων.
Το μάτι μου όμως, πιάνει μια άλλη λάμψη, από φτηνές πούλιες, λίγα μέτρα πιο κάτω. Μια μελαχρινή κοπέλα, με κόκκινο φόρεμα, παλτό, και μυτερές γόβες (always in fashion, no matter what) κάνει οχτάρια στο πεζοδρόμιο. Ένα αυτοκίνητο σταματάει, εκείνη σκύβει στο παράθυρο, κάτι συζητάνε. Το αυτοκίνητο φεύγει μετά από λίγο, κι η κοπέλα μένει στο κρύο. Τότε καταλαβαίνω. Συγγρού. Κοιτάζω το ρολόι (μήπως άλλαξε ξανά η ώρα και δεν το πήρα είδηση;) .07:05. Το πρωί.
Είναι τρομερό πώς ένας δρόμος που σφύζει από ζωή το πρωί, να είναι τόσο σκοτεινός και γεμάτος θλιβερές ιστορίες, το βράδυ.
Ξεπαρκάραμε, και στη στροφή, το βλέμμα μου έπεσε πάνω στην κοπέλα. Τι να σκέφτεται άραγε; Πώς να νιώθει; Όταν βγαίνουν στους δρόμους τέτοια ώρα, τα πράγματα είναι πολύ άσχημα. Μπήκα για λίγο στο μυαλό αυτής της κοπέλας. Να δίνει το σώμα της, να δέχεται σιχαμερά αγγίγματα, να υποκύπτει σε κάθε διεστραμμένη επιθυμία, γιατί αυτό έμαθε να κάνει. Στεναχωρήθηκα, αηδίασα, απογοητεύτηκα.
Αυτή η κοπέλα δε θα ζει για πολύ. Και δε θα μείνει τίποτα -και κανείς- που να τη θυμίζει, παρά μόνo εκείνη η πρόσκαιρη λάμψη μέσα στο σκοτάδι κάποιου χειμωνιάτικου ξημερώματος.
Όσα γίνονται τη νύχτα, τα βλέπει η μέρα και μελαγχολεί.
